Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεπρωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει γραφεί απ’ τη μοίρα Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπεπρωμένο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεπρωμένος < αρχαία ελληνική πεπρωμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἔπορον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *perh₃-

Άλλοι τύποι

πεπρωμέναπεπρωμένεπεπρωμένεςπεπρωμένηπεπρωμένηςπεπρωμένοπεπρωμένοιπεπρωμένοςπεπρωμένουπεπρωμένουςπεπρωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →