πεπρωμένος
•
- λόγιοπου έχει γραφεί απ’ τη μοίρα Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπεπρωμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεπρωμένος < αρχαία ελληνική πεπρωμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἔπορον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *perh₃-
Άλλοι τύποι
πεπρωμέναπεπρωμένεπεπρωμένεςπεπρωμένηπεπρωμένηςπεπρωμένοπεπρωμένοιπεπρωμένοςπεπρωμένουπεπρωμένουςπεπρωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →