περίγυρος
•
- φράχτης ή άλλη κατασκευή που βρίσκεται τριγύρω Βικιλεξικό
- Ἡ μεγάλη κεντητὴ κασέλα μὲ τὸ σεντονιαρισμένο πάπλωμα, τὰ μπάσια τὰ χαμηλὰ μὲ τὶς μαξιλάρες ὁλόγυρα καὶ τὰ κιλίμια, ἡ μπουχαροποδιά χιονάτη μὲ περίγυρο πλεχτὴ δαντέλα μὲ τὸ βελονάκι. (Ερμηνεία Φωτιάδου, Η Αλβανία σήμερα, Ιωάννινα, 1978, σελ. 15 https://exploral.eu/explore/uploads/balkaneana/pdfs/566e7c3654bff.pdf)
- πρόσωπα στο οικογενειακό, επαγγελματικό ή άλλο περιβάλλον κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περίγυρος < περί- + γύρος (2. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική alentours)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περίγυρος | περίγυροι |
| Γενική | περίγυρου / περιγύρου | περίγυρων / περιγύρων |
| Αιτιατική | περίγυρο | περίγυρους / περιγύρους |
| Κλητική | περίγυρε | περίγυροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →