Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίπατος

/peˈɾi.pa.tos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το περπάτημα για ευχαρίστηση, διασκέδαση, αναψυχή Βικιλεξικό
    • Οι παραθεριστές απολάμβαναν την θάλασσα εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο με κάθε δυνατό τρόπο. Απ’ το πρωινό τους μπάνιο στα κρυστάλλινα γαληνεμένα νερά και την μεσημβρινή μάσα και βόλτα πλατσουρίζοντας στο κυμοθάλασσο, ως το απογευματινό κολύμπι στο ηλιοβασίλεμα και τον περίπατο στην ακρογιαλιά (Γιάννης Παπαθανασίου, Καλοκαίρι. Το χρονικό μιάς Απρόσμενης Αναμέτρησης, Α' μέρος, τ.272, Περιοδικό Ψάρεμα, ανακτήθηκε στις 25/1/2026 https://psarema.natexmedia.gr/psaria/psaria-n-w/sargos/kalokairi-to-xroniko-mias-aprosmenis-anametrisis)
  2. η τοποθεσία στην οποία γίνεται το παραπάνω περπάτημα Βικιλεξικό
  3. σύντομη διαδρομή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίπατος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περίπατος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπερίπατοςπερίπατοι
Γενικήπερίπατου / περιπάτουπεριπάτων
Αιτιατικήπερίπατοπερίπατους / περιπάτους
Κλητικήπερίπατεπερίπατοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →