περίστυλος
•
- αρχιτεκτονικήπου έχει τριγύρω σειρά από κίονες ή από περιστύλιο Βικιλεξικό
- ο περίστυλος αίθριος χώρος του αρχαίου οίκου
Ετυμολογία
περίστυλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περίστυλος < περί- + στῦλος (στύλος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περίστυλος | περίστυλη | περίστυλο |
| Γενική | περίστυλου | περίστυλης | περίστυλου |
| Αιτιατική | περίστυλο | περίστυλη | περίστυλο |
| Κλητική | περίστυλε | περίστυλη | περίστυλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περίστυλοι | περίστυλες | περίστυλα |
| Γενική | περίστυλων | περίστυλων | περίστυλων |
| Αιτιατική | περίστυλους | περίστυλες | περίστυλα |
| Κλητική | περίστυλοι | περίστυλες | περίστυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →