Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίφρακτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοφραγμένος γύρω γύρω, απ’ όλες τις πλευρές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περίφρακτος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίφρακτοςπερίφρακτηπερίφρακτο
Γενικήπερίφρακτουπερίφρακτηςπερίφρακτου
Αιτιατικήπερίφρακτοπερίφρακτηπερίφρακτο
Κλητικήπερίφρακτεπερίφρακτηπερίφρακτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίφρακτοιπερίφρακτεςπερίφρακτα
Γενικήπερίφρακτωνπερίφρακτωνπερίφρακτων
Αιτιατικήπερίφρακτουςπερίφρακτεςπερίφρακτα
Κλητικήπερίφρακτοιπερίφρακτεςπερίφρακτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →