Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περαίωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού περαιώνω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού περαιώνω Βικιλεξικό
  3. οικονομίαη ενέργεια και το αποτέλεσμα τού περαιώνω Βικιλεξικό
  4. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού περαιώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περαίωση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική περαιόω / περαιῶ < πέρας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεραίωσηπεραιώσεις
Γενικήπεραίωσηςπεραιώσεων
Αιτιατικήπεραίωσηπεραιώσεις
Κλητικήπεραίωσηπεραιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →