περαιώνω
•
- λόγιοτελειώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περαιώνω < αρχαία ελληνική περαιόω / περαιῶ < πέρας
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περαιώνω | περαιώνεις | περαιώνει | περαιώνουμε | περαιώνετε | περαιώνουν / περαιώνουνε |
| Παρατατικός | περαίωνα | περαίωνες | περαίωνε | περαιώναμε | περαιώνατε | περαίωναν / περαιώναν / περαιώνανε |
| Αόριστος | περαίωσα | περαίωσες | περαίωσε | περαιώσαμε | περαιώσατε | περαίωσαν / περαιώσαν / περαιώσανε |
| Μέλλοντας | θα περαιώνω / θα περαιώσω | θα περαιώνεις / θα περαιώσεις | θα περαιώνει / θα περαιώσει | θα περαιώνουμε / θα περαιώσουμε | θα περαιώνετε / θα περαιώσετε | θα περαιώνουν / θα περαιώνουνε / θα περαιώσουν / θα περαιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περαιώσει | έχεις περαιώσει | έχει περαιώσει | έχουμε περαιώσει | έχετε περαιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περαιώσει | είχες περαιώσει | είχε περαιώσει | είχαμε περαιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περαιώσει / να περαιώνω / να περαιώσω | να έχεις περαιώσει / να περαιώνεις / να περαιώσεις | να έχει περαιώσει / να περαιώνει / να περαιώσει | να έχουμε περαιώσει / να περαιώνουμε / να περαιώσουμε | να έχετε περαιώσει / να περαιώνετε / να περαιώσετε | να περαιώνουν / να περαιώνουνε / να περαιώσουν / να περαιώσουνε |
| Προστακτική | — | περαίωνε / περαίωσε | — | — | περαιώνετε / περαιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →