Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιαγωγή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τηλεπικοινωνίεςη δυνατότητα ενός συστήματος ασύρματης σύνδεσης σε ένα δίκτυο (π.χ. τηλεπικοινωνιών) να λειτουργήσει, ακόμα κι όταν βγούμε έξω από την εμβέλειά του, συνδεόμενοι σ' ένα διαφορετικό σύστημα (π.χ. στο εξωτερικό) Βικιλεξικό
    • Η υπηρεσία διεθνούς περιαγωγής (International Roaming) σας παρέχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιείτε το κινητό σας τηλέφωνο ενώ βρίσκεστε στο εξωτερικό. Όταν βρίσκεστε στο εξωτερικό, μπορείτε, μέσω της διεθνούς περιαγωγής, να κάνετε χρήση όλων των υπηρεσιών που είναι διαθέσιμες στην Ελλάδα (π.χ. κλήσεις, SMS, MMS, υπηρεσίες δεδομένων, κλπ). (*)
    • Οι Ευρωπαίοι καταναλωτές από το επόμενο έτος θα είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τα κινητά τους τηλέφωνα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση με το ίδιο κόστος όπως στη χώρα τους, όπως ψήφισαν την Τρίτη στις Βρυξέλλες οι 27 Ευρωπαίοι επίτροποι. Το μέτρο προτείνεται να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιουλίου του 2014, αν και αυτό δεν έχει ακόμα αποφασιστεί από τους Ευρωπαίους ηγέτες. Τα τέλη περιαγωγής για τις φωνητικές κλήσεις, τα μηνύματα κειμένου και την πρόσβαση στο διαδίκτυο θα είναι τα ίδια σε όλες τις 27 χώρες της ΕΕ, σε μια ευρύτερη προσπάθεια για τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς τηλεπικοινωνιών. (*)

Ετυμολογία

περιαγωγή < περί + αγωγή < αρχαία ελληνική ἄγω ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) roaming)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεριαγωγήπεριαγωγές
Γενικήπεριαγωγήςπεριαγωγών
Αιτιατικήπεριαγωγήπεριαγωγές
Κλητικήπεριαγωγήπεριαγωγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →