Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιαυγής

/pe.ɾi.aˈvʝis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου εκπέμπει παντού φως Βικιλεξικό
  2. λόγιοπου δέχεται από παντού φως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιαυγής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιαυγής < περι- + αρχαία ελληνική αὐγ(ή) + -ής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριαυγήςπεριαυγήςπεριαυγές
Γενικήπεριαυγούςπεριαυγούςπεριαυγούς
Αιτιατικήπεριαυγήπεριαυγήπεριαυγές
Κλητικήπεριαυγή / περιαυγήςπεριαυγήςπεριαυγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριαυγείςπεριαυγείςπεριαυγή
Γενικήπεριαυγώνπεριαυγώνπεριαυγών
Αιτιατικήπεριαυγείςπεριαυγείςπεριαυγή
Κλητικήπεριαυγείςπεριαυγείςπεριαυγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →