περιαυγής
•
- λόγιοπου εκπέμπει παντού φως Βικιλεξικό
- λόγιοπου δέχεται από παντού φως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιαυγής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιαυγής < περι- + αρχαία ελληνική αὐγ(ή) + -ής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιαυγής | περιαυγής | περιαυγές |
| Γενική | περιαυγούς | περιαυγούς | περιαυγούς |
| Αιτιατική | περιαυγή | περιαυγή | περιαυγές |
| Κλητική | περιαυγή / περιαυγής | περιαυγής | περιαυγές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιαυγείς | περιαυγείς | περιαυγή |
| Γενική | περιαυγών | περιαυγών | περιαυγών |
| Αιτιατική | περιαυγείς | περιαυγείς | περιαυγή |
| Κλητική | περιαυγείς | περιαυγείς | περιαυγή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →