περιαυγάζω
•
- λόγιοφωτίζω με έντονο φωτός μετάλη έκταση Βικιλεξικό
- αστραπές / πυροτεχνήματα περιαυγάζουν τον ουρανό
- λόγιοκάνω κάτι ένδοξο (συνήθως εκκλησιαστικός όρος) Βικιλεξικό
- το Θείο Φως περιαυγάζει τις ψυχές
- Η ακαδημαϊκή του πορεία περιαυγάζεται από τη μεγάλη του συμβολή στην έρευνα.
Ετυμολογία
περιαυγάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιαυγάζω (φωτίζω τριγύρω) < περι- + αρχαία ελληνική αὐγάζω (αυγάζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιαυγάζω | περιαυγάζεις | περιαυγάζει | περιαυγάζουμε | περιαυγάζετε | περιαυγάζουν / περιαυγάζουνε |
| Παρατατικός | περιαύγαζα | περιαύγαζες | περιαύγαζε | περιαυγάζαμε | περιαυγάζατε | περιαυγάζαν / περιαυγάζανε / περιαύγαζαν |
| Αόριστος | περιαύγασα | περιαύγασες | περιαύγασε | περιαυγάσαμε | περιαυγάσατε | περιαυγάσαν / περιαυγάσανε / περιαύγασαν |
| Μέλλοντας | θα περιαυγάζω / θα περιαυγάσω | θα περιαυγάζεις / θα περιαυγάσεις | θα περιαυγάζει / θα περιαυγάσει | θα περιαυγάζουμε / θα περιαυγάσουμε | θα περιαυγάζετε / θα περιαυγάσετε | θα περιαυγάζουν / θα περιαυγάζουνε / θα περιαυγάσουν / θα περιαυγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιαυγάσει | έχεις περιαυγάσει | έχει περιαυγάσει | έχουμε περιαυγάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιαυγάσει | είχες περιαυγάσει | είχε περιαυγάσει | είχαμε περιαυγάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιαυγάσει / να περιαυγάζω / να περιαυγάσω | να έχεις περιαυγάσει / να περιαυγάζεις / να περιαυγάσεις | να έχει περιαυγάσει / να περιαυγάζει / να περιαυγάσει | να έχουμε περιαυγάσει / να περιαυγάζουμε / να περιαυγάσουμε | να περιαυγάζετε / να περιαυγάσετε | να περιαυγάζουν / να περιαυγάζουνε / να περιαυγάσουν / να περιαυγάσουνε |
| Προστακτική | — | περιαύγαζε / περιαύγασε | — | — | περιαυγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
περιαυγάζομαιπεριαυγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →