περιαυτολόγος
•
- λόγιοπου περιαυτολογεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιαυτολόγος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική περιαυτολόγος. Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + αυτο- + -λόγος. :* Και (ουσιαστικοποιημένο).
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιαυτολόγος | περιαυτολόγος | περιαυτολόγο |
| Γενική | περιαυτολόγου | — | περιαυτολόγου |
| Αιτιατική | περιαυτολόγο | — | περιαυτολόγο |
| Κλητική | περιαυτολόγε | — | περιαυτολόγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιαυτολόγοι | — | περιαυτολόγα |
| Γενική | περιαυτολόγων | — | περιαυτολόγων |
| Αιτιατική | περιαυτολόγους | — | περιαυτολόγα |
| Κλητική | περιαυτολόγοι | — | περιαυτολόγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →