περιαυτολογώ
•
- μιλώ επαινετικά για τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιαυτολογώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιαυτολογέω / περιαυτολογῶ < περί + αὐτολόγος / αὐτόλογος < αρχαία ελληνική αὐτός + λέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιαυτολογώ | περιαυτολογείς | περιαυτολογεί | περιαυτολογούμε | περιαυτολογείτε | περιαυτολογούν / περιαυτολογούνε |
| Παρατατικός | περιαυτολογούσα | περιαυτολογούσες | περιαυτολογούσε | περιαυτολογούσαμε | περιαυτολογούσατε | περιαυτολογούσαν / περιαυτολογούσανε |
| Αόριστος | περιαυτολόγησα | περιαυτολόγησες | περιαυτολόγησε | περιαυτολογήσαμε | περιαυτολογήσατε | περιαυτολογήσαν / περιαυτολογήσανε / περιαυτολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα περιαυτολογήσω / θα περιαυτολογώ | θα περιαυτολογήσεις / θα περιαυτολογείς | θα περιαυτολογήσει / θα περιαυτολογεί | θα περιαυτολογήσουμε / θα περιαυτολογούμε | θα περιαυτολογήσετε / θα περιαυτολογείτε | θα περιαυτολογήσουν / θα περιαυτολογήσουνε / θα περιαυτολογούν / θα περιαυτολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω περιαυτολογήσει | έχεις περιαυτολογήσει | έχει περιαυτολογήσει | έχουμε περιαυτολογήσει | έχετε περιαυτολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιαυτολογήσει | είχες περιαυτολογήσει | είχε περιαυτολογήσει | είχαμε περιαυτολογήσει | είχατε περιαυτολογήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω περιαυτολογήσει / να περιαυτολογήσω / να περιαυτολογώ | να έχεις περιαυτολογήσει / να περιαυτολογήσεις / να περιαυτολογείς | να έχει περιαυτολογήσει / να περιαυτολογήσει / να περιαυτολογεί | να έχουμε περιαυτολογήσει / να περιαυτολογήσουμε / να περιαυτολογούμε | να έχετε περιαυτολογήσει / να περιαυτολογήσετε / να περιαυτολογείτε | να περιαυτολογήσουν / να περιαυτολογήσουνε / να περιαυτολογούν / να περιαυτολογούνε |
| Προστακτική | — | περιαυτολόγησε | — | — | περιαυτολογήστε / περιαυτολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →