περιζώνω
•
- περιβάλλω ολόγυρα Βικιλεξικό
- περικυκλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιζώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιζώννυμι < περί + ζώννυμι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιζώνω | περιζώνεις | περιζώνει | περιζώνουμε | περιζώνετε | περιζώνουν / περιζώνουνε |
| Παρατατικός | περίζωνα | περίζωνες | περίζωνε | περιζώναμε | περιζώνατε | περίζωναν / περιζώναν / περιζώνανε |
| Αόριστος | περίζωσα | περίζωσες | περίζωσε | περιζώσαμε | περιζώσατε | περίζωσαν / περιζώσαν / περιζώσανε |
| Μέλλοντας | θα περιζώνω / θα περιζώσω | θα περιζώνεις / θα περιζώσεις | θα περιζώνει / θα περιζώσει | θα περιζώνουμε / θα περιζώσουμε | θα περιζώνετε / θα περιζώσετε | θα περιζώνουν / θα περιζώνουνε / θα περιζώσουν / θα περιζώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιζώσει | έχεις περιζώσει | έχει περιζώσει | έχουμε περιζώσει | έχετε περιζώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιζώσει | είχες περιζώσει | είχε περιζώσει | είχαμε περιζώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιζώσει / να περιζώνω / να περιζώσω | να έχεις περιζώσει / να περιζώνεις / να περιζώσεις | να έχει περιζώσει / να περιζώνει / να περιζώσει | να έχουμε περιζώσει / να περιζώνουμε / να περιζώσουμε | να έχετε περιζώσει / να περιζώνετε / να περιζώσετε | να περιζώνουν / να περιζώνουνε / να περιζώσουν / να περιζώσουνε |
| Προστακτική | — | περίζωνε / περίζωσε | — | — | περιζώνετε / περιζώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →