απερίζωστος
•
- λόγιοπου δεν τον έχουν περιζώσει Βικιλεξικό
- Στην εικόνα του κατακερματισμού του προσώπου προβάλλεται τελικώς η «μη-απεικονιστική» εικόνα του κόσμου που όλο και περισσότερο μένει άσκεπτος, απερίζωστος. (www.ant1live.com, 19.12.2022)
Ετυμολογία
απερίζωστος < α- + περίζωστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απερίζωστος | απερίζωστη | απερίζωστο |
| Γενική | απερίζωστου | απερίζωστης | απερίζωστου |
| Αιτιατική | απερίζωστο | απερίζωστη | απερίζωστο |
| Κλητική | απερίζωστε | απερίζωστη | απερίζωστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απερίζωστοι | απερίζωστες | απερίζωστα |
| Γενική | απερίζωστων | απερίζωστων | απερίζωστων |
| Αιτιατική | απερίζωστους | απερίζωστες | απερίζωστα |
| Κλητική | απερίζωστοι | απερίζωστες | απερίζωστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →