περικάρπιο
•
- βοτανικήτο περίβλημα του καρπού των φυτών, μέσα στο οποίο βρίσκεται το σπέρμα. Διακρίνεται, από μέσα προς τα έξω, σε ενδοκάρπιο, μεσοκάρπιο και εξωκάρπιο ή επικάρπιο Βικιλεξικό
- Υπάρχουν πολλές ποικιλίες φουντουκιάς που καλλιεργούνται στη χώρα μας. (...) Έχει λεπτό περικάρπιο που αποχωρίζεται εύκολα από το σπέρμα του. (*)
- ανατομίατο τμήμα του χεριού γύρω από τον καρπό Βικιλεξικό
- οτιδήποτε φοριέται ή τυλίγεται γύρω από τον καρπό του χεριού Βικιλεξικό
- Πολλά από τα αρχαία που είχε στην κατοχή του ο αρχαιοκάπηλος είναι της 3ης χιλιετίας π.Χ. Πρόκειται για 18 νεολιθικά ειδώλια, 93 λίθινα εργαλεία, τρία χάλκινα περίαπτα (…), 2 χάλκινα περικάρπια, ένα περιλαίμιο και ένα πήλινο ομοίωμα νεολιθικής οικίας. (*)
Ετυμολογία
περικάρπιο < αρχαία ελληνική περικάρπιον < περί + καρπός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περικάρπιο | περικάρπια |
| Γενική | περικάρπιου / περικαρπίου | περικαρπίων |
| Αιτιατική | περικάρπιο | περικάρπια |
| Κλητική | περικάρπιο | περικάρπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →