Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περικάρπιο

/pe.riˈkar.pi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βοτανικήτο περίβλημα του καρπού των φυτών, μέσα στο οποίο βρίσκεται το σπέρμα. Διακρίνεται, από μέσα προς τα έξω, σε ενδοκάρπιο, μεσοκάρπιο και εξωκάρπιο ή επικάρπιο Βικιλεξικό
    • Υπάρχουν πολλές ποικιλίες φουντουκιάς που καλλιεργούνται στη χώρα μας. (...) Έχει λεπτό περικάρπιο που αποχωρίζεται εύκολα από το σπέρμα του. (*)
  2. ανατομίατο τμήμα του χεριού γύρω από τον καρπό Βικιλεξικό
  3. οτιδήποτε φοριέται ή τυλίγεται γύρω από τον καρπό του χεριού Βικιλεξικό
    • Πολλά από τα αρχαία που είχε στην κατοχή του ο αρχαιοκάπηλος είναι της 3ης χιλιετίας π.Χ. Πρόκειται για 18 νεολιθικά ειδώλια, 93 λίθινα εργαλεία, τρία χάλκινα περίαπτα (…), 2 χάλκινα περικάρπια, ένα περιλαίμιο και ένα πήλινο ομοίωμα νεολιθικής οικίας. (*)

Ετυμολογία

περικάρπιο < αρχαία ελληνική περικάρπιον < περί + καρπός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπερικάρπιοπερικάρπια
Γενικήπερικάρπιου / περικαρπίουπερικαρπίων
Αιτιατικήπερικάρπιοπερικάρπια
Κλητικήπερικάρπιοπερικάρπια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →