Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περικλεής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςο ένδοξος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περικλεής < ελληνιστική κοινή περικλεής < αρχαία ελληνική περί + κλέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερικλεήςπερικλεήςπερικλεές
Γενικήπερικλεούςπερικλεούςπερικλεούς
Αιτιατικήπερικλεήπερικλεήπερικλεές
Κλητικήπερικλεή / περικλεήςπερικλεήςπερικλεές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερικλεείςπερικλεείςπερικλεή
Γενικήπερικλεώνπερικλεώνπερικλεών
Αιτιατικήπερικλεείςπερικλεείςπερικλεή
Κλητικήπερικλεείςπερικλεείςπερικλεή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →