Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περικυκλώσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να περικυκλωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περικυκλώσιμος < (περικυκλώνω) περικυκλωσ- + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερικυκλώσιμοςπερικυκλώσιμηπερικυκλώσιμο
Γενικήπερικυκλώσιμουπερικυκλώσιμηςπερικυκλώσιμου
Αιτιατικήπερικυκλώσιμοπερικυκλώσιμηπερικυκλώσιμο
Κλητικήπερικυκλώσιμεπερικυκλώσιμηπερικυκλώσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερικυκλώσιμοιπερικυκλώσιμεςπερικυκλώσιμα
Γενικήπερικυκλώσιμωνπερικυκλώσιμωνπερικυκλώσιμων
Αιτιατικήπερικυκλώσιμουςπερικυκλώσιμεςπερικυκλώσιμα
Κλητικήπερικυκλώσιμοιπερικυκλώσιμεςπερικυκλώσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →