περιλιμπανόμενος
•
- αρχαιοπρεπέςπου απομένει Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςππου επιζεί Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςυπολειπόμενος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιλιμπανόμενος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιλιμπανόμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος περιλιμπάνω, ελληνιστικού τύπου του περιλείπω
Άλλοι τύποι
περιλιμπανόμεναπεριλιμπανόμενεπεριλιμπανόμενεςπεριλιμπανόμενηπεριλιμπανόμενηςπεριλιμπανόμενοπεριλιμπανόμενοιπεριλιμπανόμενοςπεριλιμπανόμενουπεριλιμπανόμενουςπεριλιμπανόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →