Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιμετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την περίμετρο ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Πρόκειται για τετράφατσο, διαμπερές, ευήλιο και ευάερο διαμέρισμα με περιμετρικά μπαλκόνια και μοναδική αίσθηση άνεσης σε όλους τους χώρους (διαφήμιση πώλησης ακινήτου, ανακτήθηκε 5/2/2026)

Ετυμολογία

περιμετρικός < περίμετρος + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική périmétral ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική perimetric)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριμετρικόςπεριμετρικήπεριμετρικό
Γενικήπεριμετρικούπεριμετρικήςπεριμετρικού
Αιτιατικήπεριμετρικόπεριμετρικήπεριμετρικό
Κλητικήπεριμετρικέπεριμετρικήπεριμετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριμετρικοίπεριμετρικέςπεριμετρικά
Γενικήπεριμετρικώνπεριμετρικώνπεριμετρικών
Αιτιατικήπεριμετρικούςπεριμετρικέςπεριμετρικά
Κλητικήπεριμετρικοίπεριμετρικέςπεριμετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →