Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιορίζομαι

ρήμα
•
  1. υπόκειμαι σε περιορισμούς, είμαι ή νιώθω περιορισμένος Βικιλεξικό
    • η άσκηση των δικαιωμάτων μας περιορίζεται από τους νόμους
    • το ελεύθερο πνεύμα του δεν περιοριζόταν από τους τέσσερις τοίχους του κελιού του
  2. κάνω τα ελάχιστα, μόνο αυτά που επιβάλλεται ή επιτρέπεται να κάνω, παραμένω από ανάγκη ή επιλογή, μέσα σε κάποια πλαίσια ή όρια Βικιλεξικό
    • το φαγητό του περιοριζόταν σε ψωμί και χόρτα του βουνού

Ετυμολογία

περιορίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος περιορίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπεριορίζομαιπεριορίζεσαιπεριορίζεταιπεριοριζόμαστεπεριορίζεστεπεριορίζονται
Παρατατικόςπεριοριζόμουν / περιοριζόμουναπεριοριζόσουν / περιοριζόσουναπεριοριζόταν / περιοριζότανεπεριοριζόμασταν / περιοριζόμαστεπεριοριζόσασταν / περιοριζόσαστεπεριορίζονταν / περιοριζόντουσαν
Αόριστοςπεριορίστηκαπεριορίστηκεςπεριορίστηκεπεριοριστήκαμεπεριοριστήκατεπεριορίστηκαν / περιοριστήκαν / περιοριστήκανε
Μέλλονταςθα περιορίζομαι / θα περιοριστώθα περιορίζεσαι / θα περιοριστείςθα περιορίζεται / θα περιοριστείθα περιοριζόμαστε / θα περιοριστούμεθα περιορίζεστε / θα περιοριστείτεθα περιορίζονται / θα περιοριστούν / θα περιοριστούνε
Παρακείμενοςέχω περιοριστείέχεις περιοριστείέχει περιοριστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα περιοριστείείχες περιοριστείείχε περιοριστεί———
Υποτακτικήνα έχω περιοριστεί / να περιορίζομαι / να περιοριστώνα έχεις περιοριστεί / να περιορίζεσαι / να περιοριστείςνα έχει περιοριστεί / να περιορίζεται / να περιοριστείνα περιοριζόμαστε / να περιοριστούμενα περιορίζεστε / να περιοριστείτενα περιορίζονται / να περιοριστούν / να περιοριστούνε
Προστακτική—περιορίζου / περιορίσου——περιορίζεστε / περιοριστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →