περιορίζω
•
- μειώνω, ελαττώνω Βικιλεξικό
- θέτω όρια Βικιλεξικό
- εμποδίζω Βικιλεξικό
- παραμένω Βικιλεξικό
- εμποδίζω την επέκταση Βικιλεξικό
- εξαναγκάζω κάποιον να παραμείνει σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα αποχώρησης Βικιλεξικό
- φράσσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιορίζω < ελληνιστική κοινή περιορίζω (θέτω όρια) < πρωτοελληνική *wórwos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *werw ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική limiter)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιορίζω | περιορίζεις | περιορίζει | περιορίζουμε | περιορίζετε | περιορίζουν / περιορίζουνε |
| Παρατατικός | περιόριζα | περιόριζες | περιόριζε | περιορίζαμε | περιορίζατε | περιορίζαν / περιορίζανε / περιόριζαν |
| Αόριστος | περιόρισα | περιόρισες | περιόρισε | περιορίσαμε | περιορίσατε | περιορίσαν / περιορίσανε / περιόρισαν |
| Μέλλοντας | θα περιορίζω / θα περιορίσω | θα περιορίζεις / θα περιορίσεις | θα περιορίζει / θα περιορίσει | θα περιορίζουμε / θα περιορίσουμε | θα περιορίζετε / θα περιορίσετε | θα περιορίζουν / θα περιορίζουνε / θα περιορίσουν / θα περιορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιορίσει | έχεις περιορίσει | έχει περιορίσει | έχουμε περιορίσει | έχετε περιορίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιορίσει | είχες περιορίσει | είχε περιορίσει | είχαμε περιορίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιορίσει / να περιορίζω / να περιορίσω | να έχεις περιορίσει / να περιορίζεις / να περιορίσεις | να έχει περιορίσει / να περιορίζει / να περιορίσει | να έχουμε περιορίσει / να περιορίζουμε / να περιορίσουμε | να έχετε περιορίσει / να περιορίζετε / να περιορίσετε | να περιορίζουν / να περιορίζουνε / να περιορίσουν / να περιορίσουνε |
| Προστακτική | — | περιόριζε / περιόρισε | — | — | περιορίζετε / περιορίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →