Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιορίζω

/pe.ɾi.oˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. μειώνω, ελαττώνω Βικιλεξικό
  2. θέτω όρια Βικιλεξικό
  3. εμποδίζω Βικιλεξικό
  4. παραμένω Βικιλεξικό
  5. εμποδίζω την επέκταση Βικιλεξικό
  6. εξαναγκάζω κάποιον να παραμείνει σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα αποχώρησης Βικιλεξικό
  7. φράσσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιορίζω < ελληνιστική κοινή περιορίζω (θέτω όρια) < πρωτοελληνική *wórwos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *werw ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική limiter)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπεριορίζωπεριορίζειςπεριορίζειπεριορίζουμεπεριορίζετεπεριορίζουν / περιορίζουνε
Παρατατικόςπεριόριζαπεριόριζεςπεριόριζεπεριορίζαμεπεριορίζατεπεριορίζαν / περιορίζανε / περιόριζαν
Αόριστοςπεριόρισαπεριόρισεςπεριόρισεπεριορίσαμεπεριορίσατεπεριορίσαν / περιορίσανε / περιόρισαν
Μέλλονταςθα περιορίζω / θα περιορίσωθα περιορίζεις / θα περιορίσειςθα περιορίζει / θα περιορίσειθα περιορίζουμε / θα περιορίσουμεθα περιορίζετε / θα περιορίσετεθα περιορίζουν / θα περιορίζουνε / θα περιορίσουν / θα περιορίσουνε
Παρακείμενοςέχω περιορίσειέχεις περιορίσειέχει περιορίσειέχουμε περιορίσειέχετε περιορίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα περιορίσειείχες περιορίσειείχε περιορίσειείχαμε περιορίσει——
Υποτακτικήνα έχω περιορίσει / να περιορίζω / να περιορίσωνα έχεις περιορίσει / να περιορίζεις / να περιορίσειςνα έχει περιορίσει / να περιορίζει / να περιορίσεινα έχουμε περιορίσει / να περιορίζουμε / να περιορίσουμενα έχετε περιορίσει / να περιορίζετε / να περιορίσετενα περιορίζουν / να περιορίζουνε / να περιορίσουν / να περιορίσουνε
Προστακτική—περιόριζε / περιόρισε——περιορίζετε / περιορίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →