περιορισμένος
•
- που έχει περιοριστεί Βικιλεξικό
- που είναι πιο λίγος ή κατώτερος απ’ το κανονικό ή το απαραίτητο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιορισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου περιορίζω
Άλλοι τύποι
περιορισμέναπεριορισμένεπεριορισμένεςπεριορισμένηπεριορισμένηςπεριορισμένοπεριορισμένοιπεριορισμένοςπεριορισμένουπεριορισμένουςπεριορισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →