Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιουσία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο πλούτος σε κινητά και ακίνητα αγαθά που κατέχει κάποιος Βικιλεξικό
    • Πᾶν τἧς Ἑταιρείας πρόσκτημα, εἴτε ἐξ ἀγορᾶς, εἴτε ἐκ δωρεᾶς, εἴτε κατ᾿ ἄλλον τρόπον οἱονδήποτε γενόμενον, ἀναγράφεται ὡς περιουσία ταύτης (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας του έτους 1898, Αθήνα, τυπογρ. Αδελφών Περρή, 1899 https://www.archetai.gr/images/pdfs/praktika/Publ_PRAKTIKA_1898.pdf)

Ετυμολογία

περιουσία < αρχαία ελληνική περιουσία < περίειμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεριουσίαπεριουσίες
Γενικήπεριουσίαςπεριουσιών
Αιτιατικήπεριουσίαπεριουσίες
Κλητικήπεριουσίαπεριουσίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →