Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιος

/ˈvʝos/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποη περιουσία ενός ανθρώπου Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: το βιο

Ετυμολογία

βιος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τό βίος < αρχαία ελληνική ὁ βίος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βίος

/ˈvi.os/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ζωή Βικιλεξικό
    • περιπετειώδης βίος
  2. η δραστηριότητα σ' ένα τομέα της ζωής Βικιλεξικό
    • Ο συζυγικός τους βίος ήταν δυστυχισμένος.
  3. η αφήγηση της ζωής και της δραστηριότητας ανθρώπων, βιογραφία Βικιλεξικό
    • βίοι επιφανών ανδρών
    • ..του Ευαγγελίου και των Πράξεων, βασίζεται στην παράδοση, που αποτυπώθηκε στην υμνολογία (στιχηρά του Εσπερινού) και στο Συναξάριο της Αναλήψεως, όπως επίσης και στον Βίο της Παναγίας του ιερομονάχου Επιφανίου. (Εικόνες της Κρητικής τέχνης από τον Χάνδακα ως την Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, επιμ. Μανόλης Μπουρμπουδάκης, 2004, σελ. 367)

Ετυμολογία

βίος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βίος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷeyh₃- (ζω) → δείτε και το λατινικό vivo

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβίοςβίοι
Γενικήβίουβίων
Αιτιατικήβίοβίους
Κλητικήβίεβίοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →