περιπλανιέμαι
•
- κυριολεκτικά και μεταφορικάπεριφέρομαι άσκοπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιπλανιέμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική περιπλανάομαι / περιπλανῶμαι + -ιέμαι. Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + πλανιέμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιπλανιέμαι | περιπλανιέσαι | περιπλανιέται | περιπλανιόμαστε | περιπλανιέστε | περιπλανιούνται |
| Παρατατικός | περιπλανιόμουν / περιπλανιόμουνα | περιπλανιόσουν / περιπλανιόσουνα | περιπλανιόταν / περιπλανιότανε | περιπλανιόμασταν / περιπλανιόμαστε | περιπλανιόσασταν / περιπλανιόσαστε | περιπλανιούνταν / περιπλανιόνταν / περιπλανιόντανε / περιπλανιόντουσαν |
| Αόριστος | περιπλανήθηκα | περιπλανήθηκες | περιπλανήθηκε | περιπλανηθήκαμε | περιπλανηθήκατε | περιπλανήθηκαν / περιπλανηθήκαν / περιπλανηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα περιπλανηθώ / θα περιπλανιέμαι | θα περιπλανηθείς / θα περιπλανιέσαι | θα περιπλανηθεί / θα περιπλανιέται | θα περιπλανηθούμε / θα περιπλανιόμαστε | θα περιπλανηθείτε / θα περιπλανιέστε | θα περιπλανηθούν / θα περιπλανηθούνε / θα περιπλανιούνται |
| Παρακείμενος | έχω περιπλανηθεί | έχεις περιπλανηθεί | έχει περιπλανηθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιπλανηθεί | είχες περιπλανηθεί | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιπλανηθεί / να περιπλανηθώ / να περιπλανιέμαι | να έχεις περιπλανηθεί / να περιπλανηθείς / να περιπλανιέσαι | να έχει περιπλανηθεί / να περιπλανηθεί / να περιπλανιέται | να περιπλανηθούμε / να περιπλανιόμαστε | να περιπλανηθείτε / να περιπλανιέστε | να περιπλανηθούν / να περιπλανηθούνε / να περιπλανιούνται |
| Προστακτική | — | περιπλανήσου | — | — | περιπλανηθείτε / περιπλανιέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →