περιπλανώμενος
•
- αυτός που δεν έχει μόνιμη κατοικία, ο νομάδας Βικιλεξικό
- αυτός που περιπλανιέται, περιφέρεται άσκοπα ή και βασανιστικά Βικιλεξικό
- περιπλανώμενος Ιουδαίος
Ετυμολογία
περιπλανώμενος, μετοχή ενεστώτα του ρήματος περιπλανιέμαι <περιπλανάομαι-ῶμαι
Άλλοι τύποι
περιπλανώμεναπεριπλανώμενεπεριπλανώμενεςπεριπλανώμενηπεριπλανώμενηςπεριπλανώμενοπεριπλανώμενοιπεριπλανώμενοςπεριπλανώμενουπεριπλανώμενουςπεριπλανώμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →