περιστοιχίζω
•
- βάζω κάτι γύρω από κάτι άλλο ή κάποιον άλλο Βικιλεξικό
- συνοδεύω ή ακολουθώ κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιστοιχίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιστοιχίζω < περι- + αρχαία ελληνική στοιχίζω < στοῖχος < στείχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *steygʰ- (περπατώ)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιστοιχίζω | περιστοιχίζεις | περιστοιχίζει | περιστοιχίζουμε | περιστοιχίζετε | περιστοιχίζουν / περιστοιχίζουνε |
| Παρατατικός | περιστοίχιζα | περιστοίχιζες | περιστοίχιζε | περιστοιχίζαμε | περιστοιχίζατε | περιστοίχιζαν / περιστοιχίζαν / περιστοιχίζανε |
| Αόριστος | περιστοίχισα | περιστοίχισες | περιστοίχισε | περιστοιχίσαμε | περιστοιχίσατε | περιστοίχισαν / περιστοιχίσαν / περιστοιχίσανε |
| Μέλλοντας | θα περιστοιχίζω / θα περιστοιχίσω | θα περιστοιχίζεις / θα περιστοιχίσεις | θα περιστοιχίζει / θα περιστοιχίσει | θα περιστοιχίζουμε / θα περιστοιχίσουμε | θα περιστοιχίζετε / θα περιστοιχίσετε | θα περιστοιχίζουν / θα περιστοιχίζουνε / θα περιστοιχίσουν / θα περιστοιχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιστοιχίσει | έχεις περιστοιχίσει | έχει περιστοιχίσει | έχουμε περιστοιχίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιστοιχίσει | είχες περιστοιχίσει | είχε περιστοιχίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιστοιχίσει / να περιστοιχίζω / να περιστοιχίσω | να έχεις περιστοιχίσει / να περιστοιχίζεις / να περιστοιχίσεις | να έχει περιστοιχίσει / να περιστοιχίζει / να περιστοιχίσει | να έχουμε περιστοιχίσει / να περιστοιχίζουμε / να περιστοιχίσουμε | να περιστοιχίζετε / να περιστοιχίσετε | να περιστοιχίζουν / να περιστοιχίζουνε / να περιστοιχίσουν / να περιστοιχίσουνε |
| Προστακτική | — | περιστοίχιζε / περιστοίχισε | — | — | περιστοιχίζετε / περιστοιχίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
περιστοιχίστηκαπεριστοιχίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →