Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιστρεφόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που περιστρέφεται Βικιλεξικό
    • Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάταξη και προσδιορισμός Φ.Π.Α. αναφορικά με τα ζυμαρικά που φέρουν την ονομασία noodles (νούγιες), ΑΑΔΕ, 04/08/2017 https://aade.gr/sites/default/files/2017-10/pol_1127_2017.pdf)

Ετυμολογία

περιστρεφόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος περιστρέφομαι

Άλλοι τύποι

περιστρεφόμεναπεριστρεφόμενεπεριστρεφόμενεςπεριστρεφόμενηπεριστρεφόμενηςπεριστρεφόμενοπεριστρεφόμενοιπεριστρεφόμενοςπεριστρεφόμενουπεριστρεφόμενουςπεριστρεφόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →