Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περισυλλογή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περισυλλέγω Βικιλεξικό
    • η διάσωση ή/και το μάζεμα κάποιου ανθρώπου ή πράγματος που έχει διασκορπιστεί ή εγκαταλειφθεί και η παροχή βοήθειας σ’ αυτό(ν)
  2. περίσκεψη Βικιλεξικό
    • Ἡ νοοτροπία ἐκείνη πού ἤθελε τούς ξένους ὡς τή μόνη πηγή τῶν δεινῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσε μιά φρεναπάτη, πού ἔδειχνε περισσότερο τήν ἀνευθυνότητα καί τήν ἔλλειψη διάθεσης γιά περισυλλογή καί ἀποτίμηση τῶν σφαλμάτων μας, ὡς λαοῦ. (Τάκης Τζαμαλίκος, Ελληνισμός κα αλλοτρίωση: Η Ευρωπαϊκή πρόκληση, εκδ. Γνώση, 1982, σελ. 257)

Ετυμολογία

περισυλλογή < περισυλλέγω + -ή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπερισυλλογήπερισυλλογές
Γενικήπερισυλλογήςπερισυλλογών
Αιτιατικήπερισυλλογήπερισυλλογές
Κλητικήπερισυλλογήπερισυλλογές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →