περισχοινίζω
•
- περιδένω με σκοινί Βικιλεξικό
- μέρος της αγοράς ή δικαστηρίου όπως ο Ἄρειος πάγοςδιαχωρίζω με σκοινί το μέρος του ακροατηρίου Βικιλεξικό
- 4ος πκε αιώνας ⌘ Δημοσθένης, Κατ’ Ἀριστογείτονος α′, 23
Ετυμολογία
περισχοινίζω < περι- + σχοῖν(ος) + -ίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →