περιτοιχίζω
•
- περιβάλλω με τοίχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιτοιχίζω < περι- + τοίχος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιτοιχίζω | περιτοιχίζεις | περιτοιχίζει | περιτοιχίζουμε | περιτοιχίζετε | περιτοιχίζουν / περιτοιχίζουνε |
| Παρατατικός | περιτοίχιζα | περιτοίχιζες | περιτοίχιζε | περιτοιχίζαμε | περιτοιχίζατε | περιτοίχιζαν / περιτοιχίζαν / περιτοιχίζανε |
| Αόριστος | περιτοίχισα | περιτοίχισες | περιτοίχισε | περιτοιχίσαμε | περιτοιχίσατε | περιτοίχισαν / περιτοιχίσαν / περιτοιχίσανε |
| Μέλλοντας | θα περιτοιχίζω / θα περιτοιχίσω | θα περιτοιχίζεις / θα περιτοιχίσεις | θα περιτοιχίζει / θα περιτοιχίσει | θα περιτοιχίζουμε / θα περιτοιχίσουμε | θα περιτοιχίζετε / θα περιτοιχίσετε | θα περιτοιχίζουν / θα περιτοιχίζουνε / θα περιτοιχίσουν / θα περιτοιχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιτοιχίσει | έχεις περιτοιχίσει | έχει περιτοιχίσει | έχουμε περιτοιχίσει | έχετε περιτοιχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιτοιχίσει | είχες περιτοιχίσει | είχε περιτοιχίσει | είχαμε περιτοιχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιτοιχίσει / να περιτοιχίζω / να περιτοιχίσω | να έχεις περιτοιχίσει / να περιτοιχίζεις / να περιτοιχίσεις | να έχει περιτοιχίσει / να περιτοιχίζει / να περιτοιχίσει | να έχουμε περιτοιχίσει / να περιτοιχίζουμε / να περιτοιχίσουμε | να έχετε περιτοιχίσει / να περιτοιχίζετε / να περιτοιχίσετε | να περιτοιχίζουν / να περιτοιχίζουνε / να περιτοιχίσουν / να περιτοιχίσουνε |
| Προστακτική | — | περιτοίχιζε / περιτοίχισε | — | — | περιτοιχίζετε / περιτοιχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →