περιτυλίγω
•
- τυλίγω γύρω από κάτι ή απ’ όλες τις πλευρές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιτυλίγω < ελληνιστική κοινή περιτυλίσσω < τῠλίσσω / τυλίττω < αρχαία ελληνική τύλη / τύλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιτυλίγω | περιτυλίγεις | περιτυλίγει | περιτυλίγουμε | περιτυλίγετε | περιτυλίγουν / περιτυλίγουνε |
| Παρατατικός | περιτύλιγα | περιτύλιγες | περιτύλιγε | περιτυλίγαμε | περιτυλίγατε | περιτυλίγαν / περιτυλίγανε / περιτύλιγαν |
| Αόριστος | περιτύλιξα | περιτύλιξες | περιτύλιξε | περιτυλίξαμε | περιτυλίξατε | περιτυλίξαν / περιτυλίξανε / περιτύλιξαν |
| Μέλλοντας | θα περιτυλίγω / θα περιτυλίξω | θα περιτυλίγεις / θα περιτυλίξεις | θα περιτυλίγει / θα περιτυλίξει | θα περιτυλίγουμε / θα περιτυλίξουμε | θα περιτυλίγετε / θα περιτυλίξετε | θα περιτυλίγουν / θα περιτυλίγουνε / θα περιτυλίξουν / θα περιτυλίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιτυλίξει | έχεις περιτυλίξει | έχει περιτυλίξει | έχουμε περιτυλίξει | έχετε περιτυλίξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιτυλίξει | είχες περιτυλίξει | είχε περιτυλίξει | είχαμε περιτυλίξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιτυλίξει / να περιτυλίγω / να περιτυλίξω | να έχεις περιτυλίξει / να περιτυλίγεις / να περιτυλίξεις | να έχει περιτυλίξει / να περιτυλίγει / να περιτυλίξει | να έχουμε περιτυλίξει / να περιτυλίγουμε / να περιτυλίξουμε | να έχετε περιτυλίξει / να περιτυλίγετε / να περιτυλίξετε | να περιτυλίγουν / να περιτυλίγουνε / να περιτυλίξουν / να περιτυλίξουνε |
| Προστακτική | — | περιτύλιγε / περιτύλιξε | — | — | περιτυλίγετε / περιτυλίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →