Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιτυλίγω

/pe.ri.tiˈli.ɣo/ρήμα
•
  1. τυλίγω γύρω από κάτι ή απ’ όλες τις πλευρές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιτυλίγω < ελληνιστική κοινή περιτυλίσσω < τῠλίσσω / τυλίττω < αρχαία ελληνική τύλη / τύλος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπεριτυλίγωπεριτυλίγειςπεριτυλίγειπεριτυλίγουμεπεριτυλίγετεπεριτυλίγουν / περιτυλίγουνε
Παρατατικόςπεριτύλιγαπεριτύλιγεςπεριτύλιγεπεριτυλίγαμεπεριτυλίγατεπεριτυλίγαν / περιτυλίγανε / περιτύλιγαν
Αόριστοςπεριτύλιξαπεριτύλιξεςπεριτύλιξεπεριτυλίξαμεπεριτυλίξατεπεριτυλίξαν / περιτυλίξανε / περιτύλιξαν
Μέλλονταςθα περιτυλίγω / θα περιτυλίξωθα περιτυλίγεις / θα περιτυλίξειςθα περιτυλίγει / θα περιτυλίξειθα περιτυλίγουμε / θα περιτυλίξουμεθα περιτυλίγετε / θα περιτυλίξετεθα περιτυλίγουν / θα περιτυλίγουνε / θα περιτυλίξουν / θα περιτυλίξουνε
Παρακείμενοςέχω περιτυλίξειέχεις περιτυλίξειέχει περιτυλίξειέχουμε περιτυλίξειέχετε περιτυλίξει—
Υπερσυντέλικοςείχα περιτυλίξειείχες περιτυλίξειείχε περιτυλίξειείχαμε περιτυλίξει——
Υποτακτικήνα έχω περιτυλίξει / να περιτυλίγω / να περιτυλίξωνα έχεις περιτυλίξει / να περιτυλίγεις / να περιτυλίξειςνα έχει περιτυλίξει / να περιτυλίγει / να περιτυλίξεινα έχουμε περιτυλίξει / να περιτυλίγουμε / να περιτυλίξουμενα έχετε περιτυλίξει / να περιτυλίγετε / να περιτυλίξετενα περιτυλίγουν / να περιτυλίγουνε / να περιτυλίξουν / να περιτυλίξουνε
Προστακτική—περιτύλιγε / περιτύλιξε——περιτυλίγετε / περιτυλίξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →