Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυλίγω

/tiˈli.ɣo/ρήμα
•
  1. περιελίσσω την κλωστή στο καρούλι ή ένα νήμα ή οτιδήποτε επίμηκες και εύκαμπτο σε κάτι σαν ανέμη ή σε κάποιον άξονα ώστε να μην μπερδεύεται Βικιλεξικό
  2. περιελίσσω κάτι για προστασία Βικιλεξικό
    • Τυλίξου με το κασκόλ παιδακι μου να μη μου κρυώσεις
  3. περιβάλλω κάτι από όλες τις πλευρές με ένα είδος προστασίας για να το προφυλάξω ή για να το προσφέρω ως δώρο Βικιλεξικό
    • Τύλιξαν το δώρο, τύλιξαν τα αβγά για να μη σπάσουν, τύλιξαν τα πιατικά
  4. παγιδεύω κάποιον Βικιλεξικό
    • Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    • τον τύλιξαν σε μια κόλλα χαρτί
    • τον τύλιξε στα δίχτυα της
  5. σκεπάζω, καλύπτω από όλες τις μεριές, αγκαλιάζω Βικιλεξικό
    • η ομίχλη τύλιξε το χωριό, η φωτιά τύλιξε την πολυκατοικία
    • τύλιξε τρυφερά τα χέρια της γύρω από το λαιμό του
    • τον τυλίγει μια αύρα κύρους
    • ο κισσος τυλίγεται
    • το φίδι κουλουριάζεται αλλά όταν σφίγγει το θύμα του, τυλίγεται γύρω από αυτό
  6. δίνω σε κάτι κυλινδρικό σχήμα Βικιλεξικό
    • βρέθηκαν τυλιγμένοι πάπυροι

Ετυμολογία

τυλίγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυλίγω < ελληνιστική κοινή τυλίσσω με μεταπλασμό σε -γω από το αοριστικό θέμα τυλιξ-, κατά το σχήμα «άνοιξα < ανοίγω» < αρχαία ελληνική τύλη

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτυλίγωτυλίγειςτυλίγειτυλίγουμετυλίγετετυλίγουν / τυλίγουνε
Παρατατικόςτύλιγατύλιγεςτύλιγετυλίγαμετυλίγατετυλίγαν / τυλίγανε / τύλιγαν
Αόριστοςτύλιξατύλιξεςτύλιξετυλίξαμετυλίξατετυλίξαν / τυλίξανε / τύλιξαν
Μέλλονταςθα τυλίγω / θα τυλίξωθα τυλίγεις / θα τυλίξειςθα τυλίγει / θα τυλίξειθα τυλίγουμε / θα τυλίξουμεθα τυλίγετε / θα τυλίξετεθα τυλίγουν / θα τυλίγουνε / θα τυλίξουν / θα τυλίξουνε
Παρακείμενοςέχω τυλίξειέχεις τυλίξειέχει τυλίξει———
Υπερσυντέλικοςείχα τυλίξειείχες τυλίξειείχε τυλίξει———
Υποτακτικήνα έχω τυλίξει / να τυλίγω / να τυλίξωνα έχεις τυλίξει / να τυλίγεις / να τυλίξειςνα έχει τυλίξει / να τυλίγει / να τυλίξεινα τυλίγουμε / να τυλίξουμενα τυλίγετε / να τυλίξετενα τυλίγουν / να τυλίγουνε / να τυλίξουν / να τυλίξουνε
Προστακτική—έχε τυλιγμένο / τύλιγε / τύλιξε——τυλίγετε / τυλίξτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

τυλίχτηκατυλίγομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →