τυλίγω
•
- περιελίσσω την κλωστή στο καρούλι ή ένα νήμα ή οτιδήποτε επίμηκες και εύκαμπτο σε κάτι σαν ανέμη ή σε κάποιον άξονα ώστε να μην μπερδεύεται Βικιλεξικό
- περιελίσσω κάτι για προστασία Βικιλεξικό
- Τυλίξου με το κασκόλ παιδακι μου να μη μου κρυώσεις
- περιβάλλω κάτι από όλες τις πλευρές με ένα είδος προστασίας για να το προφυλάξω ή για να το προσφέρω ως δώρο Βικιλεξικό
- Τύλιξαν το δώρο, τύλιξαν τα αβγά για να μη σπάσουν, τύλιξαν τα πιατικά
- παγιδεύω κάποιον Βικιλεξικό
- Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- τον τύλιξαν σε μια κόλλα χαρτί
- τον τύλιξε στα δίχτυα της
- σκεπάζω, καλύπτω από όλες τις μεριές, αγκαλιάζω Βικιλεξικό
- η ομίχλη τύλιξε το χωριό, η φωτιά τύλιξε την πολυκατοικία
- τύλιξε τρυφερά τα χέρια της γύρω από το λαιμό του
- τον τυλίγει μια αύρα κύρους
- ο κισσος τυλίγεται
- το φίδι κουλουριάζεται αλλά όταν σφίγγει το θύμα του, τυλίγεται γύρω από αυτό
- δίνω σε κάτι κυλινδρικό σχήμα Βικιλεξικό
- βρέθηκαν τυλιγμένοι πάπυροι
Ετυμολογία
τυλίγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τυλίγω < ελληνιστική κοινή τυλίσσω με μεταπλασμό σε -γω από το αοριστικό θέμα τυλιξ-, κατά το σχήμα «άνοιξα < ανοίγω» < αρχαία ελληνική τύλη
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τυλίγω | τυλίγεις | τυλίγει | τυλίγουμε | τυλίγετε | τυλίγουν / τυλίγουνε |
| Παρατατικός | τύλιγα | τύλιγες | τύλιγε | τυλίγαμε | τυλίγατε | τυλίγαν / τυλίγανε / τύλιγαν |
| Αόριστος | τύλιξα | τύλιξες | τύλιξε | τυλίξαμε | τυλίξατε | τυλίξαν / τυλίξανε / τύλιξαν |
| Μέλλοντας | θα τυλίγω / θα τυλίξω | θα τυλίγεις / θα τυλίξεις | θα τυλίγει / θα τυλίξει | θα τυλίγουμε / θα τυλίξουμε | θα τυλίγετε / θα τυλίξετε | θα τυλίγουν / θα τυλίγουνε / θα τυλίξουν / θα τυλίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω τυλίξει | έχεις τυλίξει | έχει τυλίξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τυλίξει | είχες τυλίξει | είχε τυλίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τυλίξει / να τυλίγω / να τυλίξω | να έχεις τυλίξει / να τυλίγεις / να τυλίξεις | να έχει τυλίξει / να τυλίγει / να τυλίξει | να τυλίγουμε / να τυλίξουμε | να τυλίγετε / να τυλίξετε | να τυλίγουν / να τυλίγουνε / να τυλίξουν / να τυλίξουνε |
| Προστακτική | — | έχε τυλιγμένο / τύλιγε / τύλιξε | — | — | τυλίγετε / τυλίξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τυλίχτηκατυλίγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →