Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιφερειάρχης

/pe.ɾi.fe.ɾiˈaɾ.çis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. διοικητής μιας περιφέρειας Βικιλεξικό
    • Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2023, σελ. 71)

Ετυμολογία

περιφερειάρχης < περιφέρει(α) + -άρχης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεριφερειάρχηςπεριφερειάρχες
Γενικήπεριφερειάρχη / περιφερειάρχουπεριφερειαρχών
Αιτιατικήπεριφερειάρχηπεριφερειάρχες
Κλητικήπεριφερειάρχα / περιφερειάρχηπεριφερειάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →