περιφερικός
•
- που βρίσκεται ή κινείται στην περιφέρεια Βικιλεξικό
- κυκλοτερής, κυκλικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιφερικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική périphérique ή αγγλική peripheric < αρχαία ελληνική περιφέρεια < περιφέρω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιφερικός | περιφερική | περιφερικό |
| Γενική | περιφερικού | περιφερικής | περιφερικού |
| Αιτιατική | περιφερικό | περιφερική | περιφερικό |
| Κλητική | περιφερικέ | περιφερική | περιφερικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιφερικοί | περιφερικές | περιφερικά |
| Γενική | περιφερικών | περιφερικών | περιφερικών |
| Αιτιατική | περιφερικούς | περιφερικές | περιφερικά |
| Κλητική | περιφερικοί | περιφερικές | περιφερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →