Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιφερικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται ή κινείται στην περιφέρεια Βικιλεξικό
  2. κυκλοτερής, κυκλικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιφερικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική périphérique ή αγγλική peripheric < αρχαία ελληνική περιφέρεια < περιφέρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριφερικόςπεριφερικήπεριφερικό
Γενικήπεριφερικούπεριφερικήςπεριφερικού
Αιτιατικήπεριφερικόπεριφερικήπεριφερικό
Κλητικήπεριφερικέπεριφερικήπεριφερικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριφερικοίπεριφερικέςπεριφερικά
Γενικήπεριφερικώνπεριφερικώνπεριφερικών
Αιτιατικήπεριφερικούςπεριφερικέςπεριφερικά
Κλητικήπεριφερικοίπεριφερικέςπεριφερικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →