Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιφραστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από περισσότερες της μιας λέξεις Βικιλεξικό
    • βαρέθηκα τις περιφραστικές απαντήσεις, θέλω ένα ναι ή ένα όχι

Ετυμολογία

περιφραστικός < ελληνιστική περιφραστικός < περίφρασις

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριφραστικόςπεριφραστικήπεριφραστικό
Γενικήπεριφραστικούπεριφραστικήςπεριφραστικού
Αιτιατικήπεριφραστικόπεριφραστικήπεριφραστικό
Κλητικήπεριφραστικέπεριφραστικήπεριφραστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριφραστικοίπεριφραστικέςπεριφραστικά
Γενικήπεριφραστικώνπεριφραστικώνπεριφραστικών
Αιτιατικήπεριφραστικούςπεριφραστικέςπεριφραστικά
Κλητικήπεριφραστικοίπεριφραστικέςπεριφραστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →