Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιφρουρώ

ρήμα
•
  1. φρουρώ ένα κτήριο, μέρος κ.λπ. προφυλάσσοντάς το Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπροφυλάσσω από απειλή ή ενέργεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιφρουρώ < αρχαία ελληνική περιφρουρέω / περιφρουρῶ < φρουρέω / φρουρῶ < φρουρός

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπεριφρουρώπεριφρουρείςπεριφρουρείπεριφρουρούμεπεριφρουρείτεπεριφρουρούν / περιφρουρούνε
Παρατατικόςπεριφρουρούσαπεριφρουρούσεςπεριφρουρούσεπεριφρουρούσαμεπεριφρουρούσατεπεριφρουρούσαν / περιφρουρούσανε
Αόριστοςπεριφρούρησαπεριφρούρησεςπεριφρούρησεπεριφρουρήσαμεπεριφρουρήσατεπεριφρουρήσαν / περιφρουρήσανε / περιφρούρησαν
Μέλλονταςθα περιφρουρήσω / θα περιφρουρώθα περιφρουρήσεις / θα περιφρουρείςθα περιφρουρήσει / θα περιφρουρείθα περιφρουρήσουμε / θα περιφρουρούμεθα περιφρουρήσετε / θα περιφρουρείτεθα περιφρουρήσουν / θα περιφρουρήσουνε / θα περιφρουρούν / θα περιφρουρούνε
Παρακείμενοςέχω περιφρουρήσειέχεις περιφρουρήσειέχει περιφρουρήσειέχουμε περιφρουρήσειέχετε περιφρουρήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα περιφρουρήσειείχες περιφρουρήσειείχε περιφρουρήσειείχαμε περιφρουρήσει——
Υποτακτικήνα έχω περιφρουρήσει / να περιφρουρήσω / να περιφρουρώνα έχεις περιφρουρήσει / να περιφρουρήσεις / να περιφρουρείςνα έχει περιφρουρήσει / να περιφρουρήσει / να περιφρουρείνα έχουμε περιφρουρήσει / να περιφρουρήσουμε / να περιφρουρούμενα έχετε περιφρουρήσει / να περιφρουρήσετε / να περιφρουρείτενα περιφρουρήσουν / να περιφρουρήσουνε / να περιφρουρούν / να περιφρουρούνε
Προστακτική—περιφρούρει / περιφρούρησε——περιφρουρήστε / περιφρουρείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →