περιφρουρώ
•
- φρουρώ ένα κτήριο, μέρος κ.λπ. προφυλάσσοντάς το Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπροφυλάσσω από απειλή ή ενέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιφρουρώ < αρχαία ελληνική περιφρουρέω / περιφρουρῶ < φρουρέω / φρουρῶ < φρουρός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιφρουρώ | περιφρουρείς | περιφρουρεί | περιφρουρούμε | περιφρουρείτε | περιφρουρούν / περιφρουρούνε |
| Παρατατικός | περιφρουρούσα | περιφρουρούσες | περιφρουρούσε | περιφρουρούσαμε | περιφρουρούσατε | περιφρουρούσαν / περιφρουρούσανε |
| Αόριστος | περιφρούρησα | περιφρούρησες | περιφρούρησε | περιφρουρήσαμε | περιφρουρήσατε | περιφρουρήσαν / περιφρουρήσανε / περιφρούρησαν |
| Μέλλοντας | θα περιφρουρήσω / θα περιφρουρώ | θα περιφρουρήσεις / θα περιφρουρείς | θα περιφρουρήσει / θα περιφρουρεί | θα περιφρουρήσουμε / θα περιφρουρούμε | θα περιφρουρήσετε / θα περιφρουρείτε | θα περιφρουρήσουν / θα περιφρουρήσουνε / θα περιφρουρούν / θα περιφρουρούνε |
| Παρακείμενος | έχω περιφρουρήσει | έχεις περιφρουρήσει | έχει περιφρουρήσει | έχουμε περιφρουρήσει | έχετε περιφρουρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιφρουρήσει | είχες περιφρουρήσει | είχε περιφρουρήσει | είχαμε περιφρουρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιφρουρήσει / να περιφρουρήσω / να περιφρουρώ | να έχεις περιφρουρήσει / να περιφρουρήσεις / να περιφρουρείς | να έχει περιφρουρήσει / να περιφρουρήσει / να περιφρουρεί | να έχουμε περιφρουρήσει / να περιφρουρήσουμε / να περιφρουρούμε | να έχετε περιφρουρήσει / να περιφρουρήσετε / να περιφρουρείτε | να περιφρουρήσουν / να περιφρουρήσουνε / να περιφρουρούν / να περιφρουρούνε |
| Προστακτική | — | περιφρούρει / περιφρούρησε | — | — | περιφρουρήστε / περιφρουρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →