περιχαρακώνω
•
- προστατεύω ή οχυρώνω περιμετρικά με χαράκωμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπομονώνομαι από ένα περιβάλλον που το θεωρώ εχθρικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιχαρακώνω < αρχαία ελληνική περιχαρακόω < περί + χαρακόω (< χάραξ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περιχαρακώνω | περιχαρακώνεις | περιχαρακώνει | περιχαρακώνουμε | περιχαρακώνετε | περιχαρακώνουν / περιχαρακώνουνε |
| Παρατατικός | περιχαράκωνα | περιχαράκωνες | περιχαράκωνε | περιχαρακώναμε | περιχαρακώνατε | περιχαράκωναν / περιχαρακώναν / περιχαρακώνανε |
| Αόριστος | περιχαράκωσα | περιχαράκωσες | περιχαράκωσε | περιχαρακώσαμε | περιχαρακώσατε | περιχαράκωσαν / περιχαρακώσαν / περιχαρακώσανε |
| Μέλλοντας | θα περιχαρακώνω / θα περιχαρακώσω | θα περιχαρακώνεις / θα περιχαρακώσεις | θα περιχαρακώνει / θα περιχαρακώσει | θα περιχαρακώνουμε / θα περιχαρακώσουμε | θα περιχαρακώνετε / θα περιχαρακώσετε | θα περιχαρακώνουν / θα περιχαρακώνουνε / θα περιχαρακώσουν / θα περιχαρακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω περιχαρακώσει | έχεις περιχαρακώσει | έχει περιχαρακώσει | έχουμε περιχαρακώσει | έχετε περιχαρακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα περιχαρακώσει | είχες περιχαρακώσει | είχε περιχαρακώσει | είχαμε περιχαρακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περιχαρακώσει / να περιχαρακώνω / να περιχαρακώσω | να έχεις περιχαρακώσει / να περιχαρακώνεις / να περιχαρακώσεις | να έχει περιχαρακώσει / να περιχαρακώνει / να περιχαρακώσει | να έχουμε περιχαρακώσει / να περιχαρακώνουμε / να περιχαρακώσουμε | να έχετε περιχαρακώσει / να περιχαρακώνετε / να περιχαρακώσετε | να περιχαρακώνουν / να περιχαρακώνουνε / να περιχαρακώσουν / να περιχαρακώσουνε |
| Προστακτική | — | περιχαράκωνε / περιχαράκωσε | — | — | περιχαρακώνετε / περιχαρακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →