περιχώρηση
•
- χριστιανισμόςδείτε το ελληνιστικό περιχώρησις Βικιλεξικό
- χριστιανισμόςδείτε το ελληνιστικό περιχώρησις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιχώρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιχώρη(σις) + -ση < αρχαία ελληνική περιχωρέω / περιχωρῶ < περι- + χωρέω / χωρῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιχώρηση | περιχωρήσεις |
| Γενική | περιχώρησης | περιχωρήσεων |
| Αιτιατική | περιχώρηση | περιχωρήσεις |
| Κλητική | περιχώρηση | περιχωρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →