Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιχώρηση

/pe.ɾiˈxo.ɾi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χριστιανισμόςδείτε το ελληνιστικό περιχώρησις Βικιλεξικό
  2. χριστιανισμόςδείτε το ελληνιστικό περιχώρησις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιχώρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιχώρη(σις) + -ση < αρχαία ελληνική περιχωρέω / περιχωρῶ < περι- + χωρέω / χωρῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεριχώρησηπεριχωρήσεις
Γενικήπεριχώρησηςπεριχωρήσεων
Αιτιατικήπεριχώρησηπεριχωρήσεις
Κλητικήπεριχώρησηπεριχωρήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →