περονιάζω
•
- τρυπώ με το πηρούνι Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαπερνώ Βικιλεξικό
- Η υγρασία μάς περόνιαζε τα κόκαλα, αλλά μέναμε ακίνητοι. (Γιάννης Ξανθούλης (1987), Το πεθαμένο λικέρ [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
περονιάζω < περόν(η) + -ιάζω
Άλλοι τύποι
περονιάζομαιπερονιάστηκαπερονιασμένοςπερούνιασα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →