περσόνα
•
- θέατροτο προσωπείο, η μάσκα ενός ηθοποιού Βικιλεξικό
- η εικόνα που (θέλει να) προβάλλει κάποιος προς τους άλλους για τον εαυτό του η εσκεμμένα καλλιεργεί Βικιλεξικό
- Μοναδική του σύμμαχος η χυμώδης τηλεοπτική περσόνα και ερωμένη του υφυπουργού Οικονομικών Έλλη Καμπάνη που αλλάζει στρατόπεδο εν μία νυκτί με ένα και μόνο στόχο: ν’ αποδείξει πως η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται καυτό, σαν την ίδια. (Θάνος Δραγούμης, Εντιμότατα λαμόγια, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
Ετυμολογία
περσόνα < (άμεσο δάνειο) λατινική persona (< ετρουσκικά 𐌘𐌄𐌓𐌔𐌖: φersu ή λατινικά persono)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περσόνα | περσόνες |
| Γενική | περσόνας | — |
| Αιτιατική | περσόνα | περσόνες |
| Κλητική | περσόνα | περσόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →