πεσκέσι
•
- λαϊκότροποκάτι που προσφέρεται, που δωρίζεται Βικιλεξικό
- ※ Το μεσημέρι έμειναν μόνοι. Η Λουστρινιώ τους έφτιαξε φρουτάλια με σίγλινα, από τα πεσκέσια. Ο πατέρας έφαγε μπόλικα, με όρεξη - υπήρχε φαγητό. (Μ. Καραγάτσης, Άμρι α Μούγκου, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Κολλάρου, 1954, σελ. 37) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεσκέσι < (άμεσο δάνειο) τουρκική peşkeş < περσική پيش كش (pēş kaş)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεσκέσι | πεσκέσια |
| Γενική | πεσκεσιού | πεσκεσιών |
| Αιτιατική | πεσκέσι | πεσκέσια |
| Κλητική | πεσκέσι | πεσκέσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →