Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προσφορά

/pɾo.sfoˈɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του προσφέρω, το να δίνεις σε κάποιον κάτι με επισημότητα σε ένδειξη σεβασμού ή αγάπης ή θρησκευτικής λατρείας κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Οι προσφορές των πιστών προς τους θεούς ήταν ήδη στο βωμό για τη θυσία.
    • 31-12-2009: Εθιμοτυπική προσφορά δώρων σε τροχονόμους (από το δικτυακό τόπο της Ελληνικής Αστυνομίας)
  2. το σύνολο όσων έχει προσφέρει κάποιος Βικιλεξικό
  3. η συμβολή, το αξιόλογο έργο που έχει επιτελέσει κάποιος Βικιλεξικό
    • η προσφορά του στον τομέα της επιστήμης ήταν μεγάλη.
  4. η πρόταση που υποβάλλει ένας οίκος σε υποψήφιο αγοραστή για την προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών, ιδιαίτερα στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού· η επιχειρηματική πρόταση, πχ αυτή για την εξαγορά μιας επιχείρησης Βικιλεξικό
    • Οι φάκελοι των προσφορών πρέπει να κατατεθούν κλειστοί πριν την ημερομηνία και ώρα που λήγει ο διαγωνισμός.
    • Η Yahoo, η ιδιοκτήτρια της δεύτερης μεγαλύτερης μηχανής αναζήτησης στο Διαδίκτυο, απέρριψε την προσφορά εξαγοράς της από την Microsoft ... (εφημερίδα Ημερησία, 12 Φεβρουαρίου 2008)
  5. η διάθεση ενός προϊόντος σε ειδική τιμή, χαμηλότερη από εκείνη που συνηθίζεται είτε από αυτόν που το διαθέτει είτε γενικά στην αγορά Βικιλεξικό
  6. οικονομίαη διαθέσιμη ή προσφερόμενη προς αγορά ποσότητα ενός οικονομικού αγαθού σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή περίοδο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προσφορά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσφορά < προσφέρω, προσ- + φορ- (φέρω) + -ά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροσφοράπροσφορές
Γενικήπροσφοράςπροσφορών
Αιτιατικήπροσφοράπροσφορές
Κλητικήπροσφοράπροσφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →