πεσμένος
•
- που έχει πέσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξασθενημένος Βικιλεξικό
- πεσμένο ηθικό
Ετυμολογία
πεσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πέφτω, ρήματος χωρίς άλλους παθητικούς τύπους. Αναλύεται στο συνοπτικό θέμα πεσ- + -μένος
Άλλοι τύποι
πεσμέναπεσμένεπεσμένεςπεσμένηπεσμένηςπεσμένοπεσμένοιπεσμένοςπεσμένουπεσμένουςπεσμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →