πεταλωτικός
•
- που έχει σχέση με πεταλωτή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπεταλωτική: η τέχνη του πεταλωτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπεταλωτικά: η αμοιβή του πεταλωτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεταλωτικός < πεταλωτής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεταλωτικός | πεταλωτική | πεταλωτικό |
| Γενική | πεταλωτικού | πεταλωτικής | πεταλωτικού |
| Αιτιατική | πεταλωτικό | πεταλωτική | πεταλωτικό |
| Κλητική | πεταλωτικέ | πεταλωτική | πεταλωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεταλωτικοί | πεταλωτικές | πεταλωτικά |
| Γενική | πεταλωτικών | πεταλωτικών | πεταλωτικών |
| Αιτιατική | πεταλωτικούς | πεταλωτικές | πεταλωτικά |
| Κλητική | πεταλωτικοί | πεταλωτικές | πεταλωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →