Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεταλωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με πεταλωτή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπεταλωτική: η τέχνη του πεταλωτή Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοπεταλωτικά: η αμοιβή του πεταλωτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεταλωτικός < πεταλωτής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεταλωτικόςπεταλωτικήπεταλωτικό
Γενικήπεταλωτικούπεταλωτικήςπεταλωτικού
Αιτιατικήπεταλωτικόπεταλωτικήπεταλωτικό
Κλητικήπεταλωτικέπεταλωτικήπεταλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεταλωτικοίπεταλωτικέςπεταλωτικά
Γενικήπεταλωτικώνπεταλωτικώνπεταλωτικών
Αιτιατικήπεταλωτικούςπεταλωτικέςπεταλωτικά
Κλητικήπεταλωτικοίπεταλωτικέςπεταλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →