πεταλωτής
•
- επάγγελμαο σιδεράς που πεταλώνει άλογα Βικιλεξικό
- Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.
Ετυμολογία
πεταλωτής < πεταλώνω + -τής < πέταλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πεταλωτής | πεταλωτήδες |
| Γενική | πεταλωτή | πεταλωτήδων |
| Αιτιατική | πεταλωτή | πεταλωτήδες |
| Κλητική | πεταλωτή | πεταλωτήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →