πεταλώνω
•
- τοποθετώ πέταλα στις οπλές ενός αλόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεταλώνω < πέταλο
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πεταλώνω | πεταλώνεις | πεταλώνει | πεταλώνουμε | πεταλώνετε | πεταλώνουν / πεταλώνουνε |
| Παρατατικός | πετάλωνα | πετάλωνες | πετάλωνε | πεταλώναμε | πεταλώνατε | πετάλωναν / πεταλώναν / πεταλώνανε |
| Αόριστος | πετάλωσα | πετάλωσες | πετάλωσε | πεταλώσαμε | πεταλώσατε | πετάλωσαν / πεταλώσαν / πεταλώσανε |
| Μέλλοντας | θα πεταλώνω / θα πεταλώσω | θα πεταλώνεις / θα πεταλώσεις | θα πεταλώνει / θα πεταλώσει | θα πεταλώνουμε / θα πεταλώσουμε | θα πεταλώνετε / θα πεταλώσετε | θα πεταλώνουν / θα πεταλώνουνε / θα πεταλώσουν / θα πεταλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πεταλώσει | έχεις πεταλώσει | έχει πεταλώσει | έχουμε πεταλώσει | έχετε πεταλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πεταλώσει | είχες πεταλώσει | είχε πεταλώσει | είχαμε πεταλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πεταλώσει / να πεταλώνω / να πεταλώσω | να έχεις πεταλώσει / να πεταλώνεις / να πεταλώσεις | να έχει πεταλώσει / να πεταλώνει / να πεταλώσει | να έχουμε πεταλώσει / να πεταλώνουμε / να πεταλώσουμε | να έχετε πεταλώσει / να πεταλώνετε / να πεταλώσετε | να πεταλώνουν / να πεταλώνουνε / να πεταλώσουν / να πεταλώσουνε |
| Προστακτική | — | πετάλωνε / πετάλωσε | — | — | πεταλώνετε / πεταλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →