πετσοκόβω
•
- κόβω κάτι κάνοντάς το κομμάτια Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκατακρεουργώ, κατασφάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάελαττώνω σε μεγάλο βαθμό, μειώνω πολύ Βικιλεξικό
- μεταφορικάεγχειρίζω ή ενεργώ λανθασμένα ή αδέξια επιφέροντας βλάβες ή τραύματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πετσοκόβω < μεσαιωνική ελληνική πετσοκόβγω < πετσίον / πετζίον (< μεσαιωνική λατινική pettia < γαλατική *pettyā < πρωτοκελτική *kʷezdis: κομμάτι, τμήμα) + κόβγω / κόβω (< αρχαία ελληνική κόπτω)
Άλλοι τύποι
πετσοκόβομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →