πευκιάς
•
- δημοτικήτο δάσος πεύκων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πευκιάς < πεύκ(ο) + -ιάς επίθημα τοπωνυμίων κατάφυτων με κάποιο φυτό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πευκιάς | πευκιάδες |
| Γενική | πευκιά | πευκιάδων |
| Αιτιατική | πευκιά | πευκιάδες |
| Κλητική | πευκιά | πευκιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →