Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεύκινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το πεύκο, αναφέρεται σ’ αυτό ή προέρχεται απ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεύκινος < αρχαία ελληνική πεύκινος < πεύκη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεύκινοςπεύκινηπεύκινο
Γενικήπεύκινουπεύκινηςπεύκινου
Αιτιατικήπεύκινοπεύκινηπεύκινο
Κλητικήπεύκινεπεύκινηπεύκινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεύκινοιπεύκινεςπεύκινα
Γενικήπεύκινωνπεύκινωνπεύκινων
Αιτιατικήπεύκινουςπεύκινεςπεύκινα
Κλητικήπεύκινοιπεύκινεςπεύκινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →